ΓΙΑΤΙ:

..όσες κι αν χτίζουν φυλακές

κι αν ο κλοιός στενεύει

ο νούς μας είναι αληταριό

που όλο θα δραπετεύει...

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Το μαντίλι (πιάτικα)


Υπάρχουν κάποια αντικείμενα καθημερινής χρήσης που ανάλογα με την ηλικία ή την χρονική περίοδο την οποία βιώνει ο καθένας θεωρούνται απαραίτητα. Έτσι ένα μωρό δεν μπορεί χωρίς την πιπίλα του, ένας μαθητής φροντίζει να έχει πάντα μαζί του τα μολύβια και τα βιβλία του και οι κάπως μεγαλύτεροι, τα κλειδιά του αυτοκινήτου και του σπιτιού.
Τον χειμώνα αλλά και το καλοκαίρι, το καπέλο είναι απαραίτητο σε κάθε έξοδο. Παλαιότερα οι μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες αλλά και οι άντρες, συνήθως λόγο πένθους , κυκλοφορούσαν μόνο με μαύρα ρούχα. Σήμερα, ο καθένας μας πριν βγει από το σπίτι του έχει μαζί του το κινητό τηλέφωνο.  Όλοι μικροί και μεγάλοι δεν διανοούνται πως δεν θα έχουν μαζί τους το τηλέφωνο.
Όμως τα χρόνια, οι συνήθειες, και το τι θεωρείται απαραίτητο αλλάζουν. Έτσι πριν από αρκετά χρόνια ένα από τα  πιο απαραίτητα αντικείμενα –πράγματα που είχε ο καθένας μαζί του κατά την έξοδο από το σπίτι του ήταν το μαντίλι. Το μαντίλι λοιπόν, υπήρχε στο Λιβάδι, στην τσέπη του κάθε άντρα ή παιδιού και στην τσάντα ή κάπου πάνω σε κάθε γυναίκα μικρής ή μεγάλης ηλικίας.

Μέχρι και πριν τριάντα περίπου χρόνια ο Λιβαδιώτης άντρας  δεν έφευγε από το σπίτι για δουλειά ή για το παζάρι χωρίς έχει μαζί του το μαντίλι του. Θεωρούνταν αλλά και ήταν τόσο απαραίτητο που γύριζαν από τα μισά του δρόμου αν είχανε ξεχάσει να το πάρουνε.
-Τσί τι τουρνάς ; (τι γύρισες) ρωτούσαν οι γυναίκες
-Μι αργκσ’ιι  σ΄νου άμου πιάτικ…(ξεχάστηκα και δεν έχω μαντήλι).
Το μαντήλι καθώς δεν είχαν ανακαλυφθεί ή δεν είχαν φτάσει ακόμη στο Λιβάδι τα χαρτομάντιλα, ήταν πάντα διπλωμένο σε σχήμα τριγώνου στα μικρά παιδιά αλλά και πολλές φορές και για τις γυναίκες,και σε τετράγωνο σχήμα στους άντρες. Οι άντρες και τα παιδιά το είχαν πάντα στην μπροστινή τσέπη του παντελονιού τους ή στην εξωτερική τσέπη του σακακιού τους. Στις γυναίκες τα σημεία φύλαξης ήταν στην μία και μοναδική τσάντα που είχανε για την εκκλησία, ή στο τελείωμα του μανικιού της μπλούζας ή της ζακέτας  από την μέσα μεριά πριν την παλάμη. Οι  μεγαλύτερες σε ηλικία, οι γιαγιάδες το είχαν περασμένο στην μέση κάτω από την φούστα τους και σκεπασμένο με το τρούπου (είδος πουκαμίσας).
Η κύρια χρήση του είναι γνωστή. Σκούπισμα της μύτης, του ιδρώτα από το πρόσωπο, και αποδέκτης φλεγμάτων. Ζωντανή εικόνα από εκείνα τα χρόνια που μου έρχεται στο μυαλό: κάποιος παππούς ή μπάρμπας να βγάζει από την «ντζιόπη» (τσέπη)  ένα μαντίλι «γκουβόρου» (τσαλακωμένο) να κάνει δυο- τρία «μαρσαρίσματα» και να ρίχνει μέσα στο μαντίλι μια «χαρπάλα» (φλέγμα). Ύστερα να ανοίγει το μαντίλι να την βλέπει και μετά να το βάζει πάλι στην τσέπη «γκουβόρου». Όσο και αν σε κάποιους από την  παραπάνω σκηνή να τους έρχεται «αγνόσου» (αναγούλα) ειδικά για όσους είχανε παππούδες ή γιαγιάδες στο σπίτι ήτανε απολύτως φυσιολογική και καθημερινή αυτή η εικόνα. Έτσι λοιπόν αυτή ήταν η κατεξοχήν χρήση του, γιατί το μαντίλι για την εποχή του ήταν ένα « πολυεργαλείο».
Όσο και να φαίνετε παράξενο σε κάποιους το μαντίλι έκανε και άλλες δουλειές. Χρησιμοποιούνταν από τις μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες ως πορτοφόλι για τα χρήματα τους. Το έδεναν και το έκαναν ένα μικρό μπόγο που έβαζαν μέσα τα κέρματα,  γιατί από χαρτονομίσματα για τις γυναίκες εκείνης της εποχής «νου ι αφλά τσαπρακό» (δεν βρισκόταν τίποτα). Το μαντίλι ήτανε επίσης ένα είδος σημειωματάριου. Συνήθως οι γυναίκες όταν ήθελαν να θυμηθούν κάτι, για να μην το ξεχάσουν, έδεναν έναν κόμπο στην άκρη του μαντιλιού.
Οι άντρες κατά την διάρκεια των εξωτερικών τους εργασιών δημιουργούσαν ένα είδος καπέλου για τον ιδρώτα αλλά και για τον ήλιο δένοντας το μαντίλι στο κεφάλι πότε με δύο κόμπους, μπρός και πίσω ενώνοντας τις δύο γωνίες του, και πότε με τέσσερις κόμπους πάλι στις γωνίες μειώνοντας την έκταση του μαντιλιού αν ήτανε πολύ μεγάλο. Κάποιες φορές πάλι το μαντίλι δένονταν γύρω από τον καρπό που ήταν «κλουζουνίτου» (στραμπουλιγμένο) σε θέση επιδέσμου που ήτανε δυσεύρετος εκείνη την εποχή συγκρατώντας τα γιατροσόφια της εποχής όπως κρεμμύδι, μολόχα, τσίπουρο με ψωμί.
Ακόμη ήταν απαραίτητο στολίδι της στολής στους «καπιτάνιους» (τσολιάδες) καθώς στερεώνονταν στην πλάτη πάνω από το «πισλί»  (γιλέκο των τσολιάδων ) και έπιανε από τον ένα ώμο ως τον άλλο.
Με το μαντίλι όμως παίζονταν και δύο από τα πιο δημοφιλή παιδικά παιχνίδια εκείνης της εποχής .
Το πρώτο ήτανε το παρακάτω:
Μια ομάδα παιδιών ξεκινούσε έχοντας κάποιος ένα μαντήλι . Τα υπόλοιπα παιδιά έκαναν έναν κύκλο . Αυτός που είχε το μαντήλι γύριζε  γύρω - γύρω από τον κύκλο. Σε ανύποπτο χρόνο αφήνει πίσω από την πλάτη κάποιου το μαντήλι και εκείνος αμέσως τον κυνηγούσε. Τότε ο άλλος έπρεπε να κάνει ένα γύρο και να μπει στη θέση του άλλου. Αν τα κατάφερνε κέρδιζει , αν όχι έχανε.
Το άλλο παιχνίδι που λέγεται και αυτό μαντιλάκι έχει ως εξής:
Τα παιδιά χωριζόταν σε δύο ισάριθμες ομάδες. Η μία ομάδα απέντι από την άλλη και τα παιδιά το ένα δίπλα στο άλλο, σε δύο παράλληλες γραμμές που απέχουν μεταξύ τους αρκετή απόσταση. Οι παίχτες αριθμούνταν. Η κάθε σειρά ξεχωριστά από το 1,2,3, κ.ο.κ. μέχρι τον τελευταίο, έτσι ώστε το 1 της μιας ομάδας να είναι απέναντι από το 1 της άλλης ομάδας, το 2 απέναντι από το 2 κ.ο.κ. Στη μέση του χώρου και σε ίση απόσταση από τις δύο γραμμές (άρα και από τις δύο ομάδες) στεκόταν ο «αρχηγός» του παιχνιδιού, ο οποίος κρατούσε με τεντωμένο χέρι ένα μαντήλι. Το παιχνίδι άρχιζε και ο αρχηγός φώναζε έναν αριθμό και αμέσως τα παιδιά που άκουγαν τον αριθμό τους έτρεχαν να πάρουν το μαντήλι. Καθένα από τα παιδιά, ενώ σχεδίαζε με το νου του πώς να πάρει το μαντήλι και να φύγει χωρίς να τον πιάσει ο αντίπαλος, ταυτόχρονα είχε το νου του  στον αντίπαλό του ώστε να μην το πάρει εκείνος και του ξεφύγει. Όποιος τελικά έπαιρνε  το μαντήλι έτρεχε προς την ομάδα του, ενώ ο αντίπαλός τον κυνηγούσε  για να τον πιάσει. Αν κατάφερνε να πάει το μαντήλι στην ομάδα του, τότε η ομάδα του κερδίζει ένα βαθμό, αν όμως τον έπιανε ο αντίπαλος, τότε έχανε ένα βαθμό.
Τελευταίο παιχνίδι η τυφλόμυγα Το παιδί που τα φυλάει του δένουν τα μάτια με ένα μαντίλι και προσπαθεί να πιάσει τα παιδιά και να τα αναγνωρίσει.
Ο Θεόφιλος Χατζημιχάλης ...σέρνει τον χορό.

Και αν μέχρι τώρα σας φαίνονται λίγες οι χρήσεις του πολυεργαλείου που λέγεται μαντίλι θα σας θυμίσω μερικές ακόμη πιο σημαντικές χρήσεις του.
Καταρχήν στον αρραβώνα  τα μαντίλια ήτανε ένα από τα απαραίτητα και πιο επίσημα δώρα, μαζί βέβαια με τα « σκουφούνια» (πλεκτές μάλλινες κάλτσες), και τα «μπιλμπίτσια» (στραγάλια) που δίνονταν ως δώρο στα συμπεθέρια . Οι γονείς της νύφης τιμούσανε τους πιο κοντινούς συγγενείς του γαμπρού προσφέροντας τους μαντίλια .
Το μαντίλι στόλιζε επίσης τα μουλάρια όταν μετέφεραν την προίκα από το σπίτι της νύφης στο σπίτι του γαμπρού. Δεξιά, αριστερά και κάτω από τα αυτιά των ζώων δένονταν πάνω στα «μουρτζιάλια» (φίμωτρα;) από ένα μαντίλι σε όσα ζώα κουβαλούσαν την προίκα. Λίγα χρόνια αργότερα που η τεχνολογία έφτασε στο Λιβάδι. Η μεταφορά της προίκας γινόταν με τα φορτηγά του Τσιόκα , του Μένου ,του Κωσταντούλα, του Λούσια κ.ά. Η παράδοση του κρεμασμένου μαντιλιού συνεχίστηκε λοιπόν και εδώ, μόνο που τώρα τα μαντίλια τα κρεμούσαν δεξιά και αριστερά από τους καθρέφτες του φορτηγού. Τέλος σύμφωνα με πληροφορίες παλαιότερων το μαντίλι διπλωμένο σε σχήμα τριγώνου και ριγμένο στον ένα του ώμο είχε και ο μπράτιμος κατά την διάρκεια του γάμου , αλλά αυτό με κάθε επιφύλαξη.
Το μαντίλι ούτως η άλλος έχει το συμβολισμό του αποχαιρετισμού. Στην δεύτερη περίπτωση που ήτανε σημαντική η θέση του μαντιλιού λοιπόν ήτανε στην κηδεία κάποιου προσώπου. Στην κηδεία λοιπόν χρησιμοποιούνταν τρία μαντίλια. Ένα μαντίλι ήτανε για να δέσουνε τα χέρια του νεκρού, άλλο ένα κρεμιόνταν στο καπάκι από το φέρετρο και το τρίτο κρεμιότανε στο σταυρό τον οποίο κρατούσε κάποιο παιδάκι που συνόδευε τον παπά. Τα δύο τελευταία μαντίλια, από τον σταυρό και το καπάκι, τα έπαιρνε ο μεταφορέας  ως ανταμοιβή. Ήταν τόσο χρήσιμα τα μαντίλια εκείνη την εποχή που οι μεγαλύτεροι προέτρεπαν εμάς τα παιδιά να κουβαλήσουμε τον σταυρό η το καπάκι που μας δελέαζαν λέγοντας πως και κάποια λεφτά θα πάρουμε αλλά θα μας μείνει και το μαντίλι .
Η χρήση του μαντιλιού όμως δεν σταματά εδώ. Μέχρι και στις μέρες μας σε χορό που θα στήσει η παρέα ή σε εμφάνιση χορευτικού τμήματος το μαντίλι δεν λείπει. Θυμηθείτε πόσες φορές σε κάποιο γλέντι, γάμο ή πανηγύρι δεν σηκώθηκε ο πατέρας, ο θείος ή κάποιος ξάδερφος «σι λιάρι αρκάτ ή σι ιάστι τζάντ’ ή απλά σι ιάστι αμπιτάτου»( να τα έχει ρίξει ή να είναι φούλ η απλά να είναι μεθυσμένος) στην μέση του χορού. Στην προσπάθειά του  να βρει την ισορροπία του, κάνει νόημα στην ορχήστρα να σταματήσει να παίζει, μετά βγάζει ένα χαρτονόμισμα και το κολλάει στο μέτωπο από τον κλαρινίστα και τελικά βγάζει από την τσέπη του το μαντίλι. Κρατάει το μαντίλι στο δεξί σηκωμένο και τεντωμένο του χέρι και σχεδόν διατάζει  τον «εκλεκτό» του να σύρει το χορό. Χωρίς το μαντίλι αποκλείεται να χορέψεις  τσάμικο ή άλλο χορό που απαιτεί φιγούρες από τον πρωτοχορευτή. Το μαντίλι σου δίνει την δυνατότητα να κρατιέσαι από σταθερό σημείο χωρίς να κινδυνεύεις να γλιστρήσεις από τα ιδρωμένα χέρια  αυτού  που σε κρατάει αλλά και να κάνεις τις «φούρλες » (στροφές) που θέλεις πιο άνετα. Μετά τον χορό το μαντίλι περνιέται στο λαιμό πίσω από το σβέρκο για να μαζέψει τον όποιο ιδρώτα αλλά και να είναι έτοιμο ανά πάσα στιγμή για τον επόμενο χορό .
Η χρησιμότητα του μαντιλιού τέλος τραγουδήθηκε στα δημοτικά τραγούδια όπως : το «Μαντίλι Καλαματιανό» , «Γιάννη μου το μαντίλι σου» ,και η «Λαφίνα» όπως μας περιγράφει σε παλαιότερο άρθρο της εφημερίδας  ο Ε.Καπέτης  : « …Ρίχνω το μαντηλάκι  μου, τριόδιπλο στον ώμο  ωρ’ λαφίνα μου». Καθώς και στο ξακουστό ποίημα : «Ντίλι-ντίλι-ντίλι, ντίλι το καντήλι που έφεγγε και κένταγε η κόρη το μαντίλι, ντίλι-ντίλι-ντίλι».
«Κου ανγκτάνου λοιπόν κ΄πάντα χρ΄ζουιάστι ούν πιάτικ λα πανταλόνι…» (με προσοχή λοιπόν γιατί πάντα χρειάζεται ένα μαντίλι στην τσέπη του παντελονιού…)





Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΛΙΒΑΔΙ αριθμ. φύλλου 61 Αύγουστος -Σεπτέμβριος 20114 

Γιώργος Αθ. Μητώνας




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου