ΓΙΑΤΙ:

..όσες κι αν χτίζουν φυλακές

κι αν ο κλοιός στενεύει

ο νούς μας είναι αληταριό

που όλο θα δραπετεύει...

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Για τα πανηγύρια…

Λένε πως τα πιο σοβαρά πράγματα λέγονται ανάμεσα στις πιο αστείες συζητήσεις. Μέσα από χαλαρή, αυτοσαρκαστική και πάνω στην πλάκα κουβέντα μπορείς να πεις με εύσχημο τρόπο τα πιο σοβαρά πράγματα, δήθεν αδιάφορα. Στο χωριό θα λέγαμε :
-λι αρίκ πιντουρίτς λι…(τα πετάει τα καρφάκια..)
Σίγουρα δεν είμαι κάποιος ειδικός επί του θέματος, ούτε υπερασπίζομαι πως όσα ακολουθούν είναι η μία και μοναδική αλήθεια. Εκφράζω  μια καθαρά προσωπική αγωνία και άποψη, και ο «σωστός δρόμος» ίσως να είναι κάπου αλλού.
Τα πανηγύρια μας λοιπόν. Τα πανηγύρια της Αγιατριάδας, του Αγιου-Λιά  και της Παναγίας. Νύχτες κάτω από τον πλάτανο στο χωριό πριν τριάντα, ίσως και σαράντα χρόνια. Τα καφενεία του Καρασούλη, του Δεκανέα, του Κοκκινοπλίτη και κατόπιν Παμπέρη, του Μαγιάκα, αλλά και το εστιατόριο του Μόσχη, του Κουτσουμέρκου, του Παρτάλα και τόσων άλλων ιδιοκτητών σε φούριες «νου ντά αράδ άου βαζούρ» (δεν δίνουν αράδα –δεν προλαβαίνουν- έχουν βαβούρα). Σερβιτόροι ιδρωμένοι, με άσπρες ποδιές και ένα στυλό στο αυτί να τρέχουν να προλάβουν τις παραγγελίες.

Τραπέζια γεμάτα από μπουκάλια μπύρας και λίγο ψητό. Οι άνθρωποι να κάθονται πάνω σε αδειανά κασάκια λόγω έλλειψης καθισμάτων, για να χωρέσουν «όλοι οι καλοί». Γύρω από το τραπέζι θα καθίσουν οι καινούργιοι συμπέθεροι να διασκεδάσουν και να καμαρώσουν το νέο ζευγάρι. Πιο δίπλα το σόι όλο διασκεδάζει με ένα κρυφό «ζγκίκου» (κόμπο) την επιστροφή κάποιου ξενιτεμένου. Πόσα χρόνια πέρασαν που έχουν να ανταμώσουν τα αδέρφια και πόσα ακόμα θα κάνουν για να ξανανταμώσουν! Οι κτηνοτρόφοι και οι κυρατζήδες άφησαν για λίγο στο πόδι τους τους γεροντότερους. Ξενιτεμένοι άνθρωποι του μόχθου και της δουλειάς, γυναίκες που θα ξαναδούν τον πλάτανο στο επόμενο πανηγύρι, παππούδες που καμαρώνουν τα εγγόνια και σόγια ολόκληρα κάτω από τον πλάτανο αυτή την νύχτα τραγουδούν, χορεύουν, και απολαμβάνουν με ευχαρίστηση και αγαλλίαση την στιγμή. Η ζωή εδώ στα ψηλά τους έχει διδάξει πως το επόμενο πανηγύρι δε θα είναι ίδιο. Τα ξενιτεμένα αδέρφια θα λείπουν, το καινούργιο ζευγάρι θα έχει μωρό, οι κόποι της δουλειάς δε θα ανταμειφτούν όπως πρέπει, ένα θανατικό στην οικογένεια θα αλλάξει τα πάντα.


Η ορχήστρα του Καλέα, μουσικοί από το Βελβεντό, τα Σέρβια και οι δικές μας τοπικές ορχήστρες, τα Λιβαδιώτικα κλαρίνα, δίνουν τον ρυθμό. Ξεκινούν με ένα αργό βασανιστικό σκοπό κάτι σαν μοιρολόι, αν όχι μοιρολόι, όπως τον Ντούλα. Παίζουν τραγούδια της τάβλας και βάζουν τον κόσμο σιγά σιγά στο κλίμα της διασκέδασης. Ακολουθούν τα συρτά που θα χορέψουν οι γυναίκες με το χέρι στην μέση και κατόπιν τα τσάμικα που θα σύρει ο κάθε πρωτοχορευτής τον κύκλο για να βγάλει τον καημό, τον πόνο αλλά και τη χαρά και την ευφορία της στιγμής, με τον κλαρινίστα ανεβασμένο στην καρέκλα στη μέση του κύκλου με τα κολλημένα χαρτονομίσματα στο μέτωπο ή να κρέμονται από το κλαρίνο. Κάποιος από την παρέα θα στερεώσει ένα ποτήρι με τσίπουρο ή κρασί στο κεφάλι του. Και το κλαρίνο «σι μπάτ λα ουριάκλι » (να παίζει στο αυτί) να σου τρυπάει τα μηλίγγια να σε χτυπάει κατακούτελα στο δόξα πατρί. Και δώστου οι φούρλες και να τα κάτσια και να εκστασιάζεται ο χορευτής και να απολαμβάνει όλη η πλατεία και ο ήχος να αντιλαλεί μέχρι το Κιτραμάνου. Κι έπειτα να κλείνει πάντα το πανηγύρι ταχιά με ένα κι ακόμα ένα ξεχωριστό –ελεύθερο για να σηκωθούν και οι τελευταίοι Μιχάληδες.
Τα χρόνια πέρασαν και σε λίγο ήρθαν τα μπουζούκια και οι ντιζέζες. Ο κόσμος συνεχίζει να διασκεδάζει ακόμη και σήμερα στα πανηγύρια. Όχι με την ίδια όρεξη, τον ίδιο πόθο. Οι ξενιτεμένοι θα έρθουν πιο συχνά, οι γυναίκες έχουν για έξοδο την πλατεία όποτε το θελήσουν, οι δουλειές δεν απαιτούν το αφεντικό να είναι τόσες ώρες παρών, αλλά και το πένθος κρατάει λίγο. Δεν ξέρω, αλλά λέω πως ίσως οι σύγχρονοι ρυθμοί και κανόνες, αλλά και η ίδια η εποχή που φέρνει μαζί της τις όποιες αλλαγές, να άλλαξαν τα πανηγύρια. Τα τελευταία χρόνια, από πότε ακριβώς μπορεί να το οριοθετήσει ο καθένας, έχουμε τη μεταφορά ενός προγράμματος κάποιου μουσικού κέντρου της πόλης στα 1200 υψόμετρο για το πανηγύρι. Η κομπανία ή η φίρμα «κουβαλιέται» στο χωριό από τη διπλανή ή παραδιπλανή πόλη με σκοπό να διασκεδάσει και να μεταφέρει τα νέα και παλιά άσματα στους ντόπιους κατοίκους.
Τα σουβλάκια που αντικατέστησαν το κοκορέτσι και το σπληνάντερο, τα νάιλον τραπεζομάντιλα, οι πλαστικές καρέκλες, όλα αυτά με μουσική υπόκρουση από τους ήχους του «πώς χορεύουν τα καγκέλια τα κορίτσια με τα μέλια ώπωπωπωω» καθαρή συνέχεια του « βρε μελαχρινάκι με πότισες φαρμάκι ντιπιντάει,  ντιπιντάει, ντιπιντάει, » και κάπου εκεί ανάμεσα την «Πριγκηπέσα» συνθέτουν τα πανηγύρια του σήμερα. Ήχοι και ρυθμοί που παίζονται, μεταφέρονται από πανηγύρι σε πανηγύρι, από χωριό σε χωριό. Ακούσματα ξένα στο πλατάνι αλλά και στους μεγαλύτερους σε ηλικία. Αν κλείσεις για λίγο τα μάτια και ακούς μόνο τη μουσική και το έκο των ηχείων μπορείς να μεταφερθείς σε οποιοδήποτε σημείο της Ελλάδας, μα σίγουρα δε θα σου θυμίζει Λιβάδι…
Η καταγραφή έγινε κατά την άποψη σου, θα μου πείτε και τώρα;
Τι θα γίνει, θα γυρίσουμε το χρόνο πίσω «βα ν αντρ΄μου κα ντι του πάλε ποτέ» (θα γίνουμε σαν τον παλιό καιρό); Φυσικά και όχι. Η ζωή τρέχει, ο χρόνος περνάει και μαζί του φέρνει αλλαγές. εμείς δε θα μείνουμε κολλημένοι στο παρελθόν. Οι μαγαζάτορες σαφώς και θέλουν να κάνουν την δουλειά τους, να επιβιώσουν οι άνθρωποι γιατί και αυτοί τις μέρες αυτές περιμένουν να κερδίσουν δυο δραχμές για να μπορέσουν να αντέξουν το δύσκολο χειμώνα εδώ πάνω στα βουνά. Μπορούμε λοιπόν να προτιμήσουμε, να επιλέξουμε να ενισχύσουμε  αυτόν τον επιχειρηματία που θα είναι λίγο πιο κοντά στα δικά μας χούγια και ακούσματα. Να κάτσουμε στο τραπέζι εκείνο που η μουσική να θυμίζει λίγο το υψόμετρο που είμαστε, τη δροσιά του πλατάνου και να νιώσουμε όλοι έστω και λαθραία, πως ναι έφυγα από τη βιομηχανοποιημένη μουσική της πόλης, τα αυτιά μου δεν τρέφονται με χιτάκια και σουξέ της μιας σεζόν.
Έτσι «παγάλια παγάλια» (σιγά σιγά) εμείς θα ακούμε τους δικούς μας ήχους, θα νιώθουμε τα ξεχωριστά δικά μας ακούσματα στη δική μας πλατεία, και ο καταστηματάρχης θα βλέπει τα τραπέζια του να γεμίζουν από μας αλλά και τους φίλους και γνωστούς που θα καλούμε να νιώσουν αυτό το ξεχωριστό, διαφορετικό που συμβαίνει εκεί ψηλά απέναντι από τον Όλυμπο. Και την άλλη χρονιά το μαγαζί θα φέρει καλύτερη ορχήστρα, θα ψάξει να βρει αυτή που ταιριάζει με τον τόπο και τους ανθρώπους και θα το κάνει και ο απέναντι καθώς θα βλέπει τον άλλο να γεμίζει και εκείνος να αδειάζει και θα έχουμε ένα πανηγύρι σε λίγα χρόνια που θα το συζητάνε παντού, γνήσιο και αυθεντικό.
Εκείνοι όμως που θα πρέπει να είναι μπροστάρηδες και να κάνουν τα «γκισέμια» (αρσενικά κριάρια) θα πρέπει να είναι οι φορείς. Δεν επιτρέπεται, κατά την προσωπική μου άποψη, ένας Σύλλογος, ένας φορέας, ο Δήμος, η τοπική Κοινότητα, να φέρνει ορχήστρες που μπορείς να ακούσεις σε οποιαδήποτε νυχτερινή έξοδο όπου κι αν κατοικείς. Οι φορείς θα πρέπει να είναι εκείνοι που θα δείξουν και τον άλλο δρόμο της διασκέδασης και θα πρέπει να βαδίσουν στα χορταριασμένα πλέον μονοπάτια της παράδοσης, και να τα ξεχορταριάσουν. Οι όποιες συλλογικότητες, αλλά και αρχές, θα πρέπει να τολμήσουν, να ψάξουν, και εν ανάγκη να μπουν και μέσα οικονομικά, και να φέρουν σχήματα και μουσικούς κοντά στα δικά μας ακούσματα. Να «παιδέψουν» και να «εκπαιδεύσουν» όλους εμάς «ταΐζοντάς»  μας, εκτός από σουβλάκια, και λίγο από τους ρυθμούς της παράδοσής μας, στο μέτρο του δυνατού και του εφικτού.
Για να γίνουν τα πανηγύρια μας εκτός από ψυχαγωγία και διασκέδαση και η αφορμή να βρούμε της ρίζες μας .
  Έτσι όπως τα βιώσαμε και τα κουβαλάμε μαζί μας όλα αυτά τα χρόνια μέσα μας όπου κι αν ξενιτευτήκαμε κοντά η μακριά από το Λιβάδι και θέλουμε να ακούσουμε κάτω από τον πλάτανο «σι μπάτ όργανλι» (να παίζουν τα όργανα) – τα έρημα τα ξένα ωχ αμάν…  


Γιώργος Αθ. Μητώνας
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΛΙΒΑΔΙ»
Αριθμός φύλλου 67 /Αυγουστος-Σεπτέμβριος  2015


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου